Διαγνωστική υστεροσκόπηση

Η ανάπτυξη της υστεροσκόπησης έχει προσδώσει μια ελάχιστα επεμβατική προσέγγιση σε συνήθη γυναικολογικά προβλήματα, όπως πχ η μη φυσιολογική αιμόρροια μήτρας. Η αυξημένη εκπαίδευση των γιατρών, η μικρότερη διάμετρος των υστεροσκοπίων και η έμφαση σε βασικές διαδικασίες που εφαρμόζονται στο ιατρείο έχουν οδηγήσει σε μια ευρέως διαδεδομένη χρήση αυτής της σημαντικής τεχνολογίας.

Το υστεροσκόπιο είναι ένα τηλεσκόπιο το οποίο εισάγεται στη μήτρα μέσω του κόλπου και του τραχήλου για την οπτικοποίηση της ενδομήτριας κοιλότητας καθώς και των σαλπιγγικών στομίων, ενδοτραχηλικού καναλιού, τραχήλου και κόλπου.

ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ — Η υστεροσκόπηση πραγματοποιείται για την αξιολόγηση ή θεραπεία παθήσεων ενδομήτριας κοιλότητας, σαλπιγγικών στομίων ή ενδοτραχηλικού καναλιού σε γυναίκες με:

  • Μη φυσιολογική προεμμηνοπαυσιακή ή μεταεμμηνοπαυσιακή αιμορραγία της μήτρας
  • Ενδομήτρια πάχυνση τοιχωμάτων ή δημιουργία πολυπόδων
  • Υποβλεννογόνια και ορισμένα ενδοτοιχωματικά ινομυώματα
  • Ενδομητρικές συμφύσεις
  • Μυλλεριανές ανωμαλίες (πχ διάφραγμα μήτρας)
  • Κατάλοιπα ενδομήτρια αντισυλληπτικά ή άλλα ξένα σώματα
  • Κατάλοιπα προϊόντα σύλληψης
  • Επιθυμία για στειροποίηση
  • Ενδοτραχηλικές βλάβες

Υπάρχουν αρκετές προσεγγίσεις για την αξιολόγηση γυναικών με μη φυσιολογική αιμόρροια μήτρας ή ενδομητρικών βλαβών (υπερηχογράφημα πυέλου, υπερηχογράφημα με έγχυση φυσιολογικού διαλύματος χλωριούχου νατρίου, λήψη και εξέταση δείγματος ενδομητρικού ιστού, υστεροσαλπιγγογραφία). Η χρήση της υστεροσκόπησης για την αρχική αξιολόγηση προσφέρει το δυνητικό όφελος του συνδυασμού της αξιολόγησης με τη θεραπεία. Επίσης, με την υστεροσκόπηση αποφεύγεται ο κίνδυνος απώλειας εστιακής παθολογίας, όπως ενδέχεται να συμβεί και με την τυφλή λήψη ενδομήτριου δείγματος.

Εναλλακτικά, η υστεροσκόπηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αξιολόγηση ή τη θεραπεία περαιτέρω βλαβών οι οποίες εντοπίζονται σε απεικονιστικές μελέτες ή για επιβεβαίωση της απουσίας νόσου, όταν τα συμπτώματα επιμένουν ενώ οι αρχικές διαγνωστικές εξετάσεις είναι φυσιολογικές (πχ τυφλή λήψη ενδομήτριου δείγματος). Χρησιμοποιώντας την υστεροσκόπηση για την παρακολούθηση μη φυσιολογικών απεικονιστικών ευρημάτων μπορεί να αποκλειστεί η παθολογία ωοθηκών ή σαλπίγγων η οποία μπορεί να ευθύνεται για μη φυσιολογική αιμόρροια μήτρας.

Αναλυτική συζήτηση της επιλογής μεταξύ υστεροσκόπησης και άλλων μεθόδων ενδομήτριας αξιολόγησης μπορείτε να βρείτε σε χωριστή ενότητα.

Η υστεροσκόπηση δεν μπορεί να αξιολογήσει τη νόσο μυομητρίου (πχ αδενομύωση), και την παθολογία των σαλπίγγων ή του εξωτερικού μητρικού περιγράμματος. Για το λόγο αυτό, δεν είναι επαρκής για την αξιολόγηση αυτών των ανατομικών δομών κατά τη διάρκεια μελέητς της υπογονιμότητας. Στην περίπτωση αυτή κρίνονται απαραίτητες πρόσθετες διαδικασίες (πχ λαπαροσκόπηση ή υστεροσαλπιγγογραφία).

 

ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ — Αντενδείξεις για την υστεροσκόπηση είναι:

  • Βιώσιμη ενδομήτρια κύηση
  • Ενεργή λοίμωξη πυέλου (συμπεριλαμβανομένης λοίμωξης από τον ιό του έρπητα γεννητικών οργάνων)
  • Γνωστός καρκίνος τραχήλου ή μήτρας

Ενώ η υστεροσκόπηση δεν πρέπει να γίνεται σε ασθενή με βιώσιμη ενδομήτρια κύηση, η υστεροσκόπηση μετά από γέννα ή μετά από αποβολή είναι ορισμένες φορές χρήσιμη για τον εντοπισμό και απομάκρυνση προϊόντων σύλληψης που έχουν παραμείνει στη μήτρα.

Η υπερβολική αιμόρροια της μήτρας ενδέχεται να περιορίζει την οπτικοποίηση κατά τη διάρκεια της υστεροσκόπησης, αλλά δεν αποτελεί αντένδειξη.

Ιατρικές συννοσηρότητες (πχ. στεφανιαία καρδιακή νόσος, προδιάθεση αιμορραγίας) αποτελούν δυνητικές αντενδείξεις για υστεροσκοπική χειρουργική επέμβαση.

kellarisSmall

Βασίλης Κελλάρης MD - Phd - MSc
Μαιευτήρας - Γυναικολόγος
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών

Κλείστε online ραντεβού

typos

diadiktyo