Ενδομητρίωση

Σύμφωνα με την Επιτροπή Πρακτικής της Αμερικανικής Εταιρείας για την Αναπαραγωγική Ιατρική, «η ενδομητρίωση πρέπει να οριστεί ως χρόνια νόσος η οποία απαιτεί ένα δια βίου σχέδιο διαχείρισης με στόχο τη μεγιστοποίηση της συντηρητικής αγωγής και την αποφυγή επαναλαμβανόμενων χειρουργικών διαδικασιών». Παρά την εκτεταμένη έρευνα, η βέλτιστη διαχείριση της ενδομητρίωσης παραμένει ασαφής.

ΓΕΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ — Οι κλινικές εκδηλώσεις της ενδομητρίωσης εμπίπτουν σε τρεις γενικές κατηγορίες: πυελικό άλγος, υπογονιμότητα και πυελική μάζα. Στόχος είναι η ανακούφιση αυτών των συμπτωμάτων. Δεν υπάρχουν ιδιαίτερα αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία ότι μια συγκεκριμένη ιατρική αγωγή είναι ανώτερη από μια άλλη για τη διαχείριση του πυελικού άλγους λόγω της ενδομητρίωσης, ή ότι κάποιος συγκεκριμένος τύπος συντηρητικής αγωγής θα επηρεάσει τη μελλοντική γονιμότητα. Κατά συνέπεια, οι αποφάσεις για την θεραπεία εξατομικεύονται, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων, την έκταση και το σημείο της νόσου το κατά πόσον υπάρχει επιθυμία για κύηση, την ηλικία της ασθενούς, τις παρενέργειες φαρμάκων, τα ποσοστά χειρουργικών επιπλοκών και το κόστος.

Οι επιλογές θεραπείας περιλαμβάνουν:

  • Συντηρητική διαχείριση
  • Αναλγησία
  • Ιατρική ορμονοθεραπεία με:
  • Αντισυλληπτικά χάπια οιστρογόνων-προγεστερόνης, κυκλικά ή συνεχή
  • Ανταγωνιστές της ορμόνης που ελευθερώνει τη γοναδοτροπίνη (GnRH)
  • Σκευάσματα προγεστερόνης χορηγούμενα από το στόμα, παρεντερικά ή ενδομητρίως
  • Αντιανδρογόνα (Danazol)
  • Αναστολείς αρωματάσης
  • Χειρουργική επέμβαση, η οποία μπορεί να είναι συντηρητική ( διατήρηση μήτρας και ωοθηκικού ιστού) ή ριζική (αφαίρεση μήτρας και πιθανόν των ωοθηκών)
  • Θεραπεία συνδυασμού κατά την οποία συντηρητική αγωγή χορηγείται πριν ή/και μετά τη χειρουργική επέμβαση

Η λαπαροσκόπηση είναι ο χρυσός κανόνας για τη διάγνωση της ενδομητρίωσης και παρέχει την ευκαιρία για συντηρητική χειρουργική αγωγή. Με την έγκαιρη χειρουργική αντιμετώπιση αποφεύγεται η δαπάνη και οι παρενέργειες της φαρμακευτικής αγωγής. Τα δυνητικά μειονεκτήματα περιλαμβάνουν βλάβη από απροσεξία σε γειτονικά όργανα (ειδικά το έντερο και την ουροδόχο κύστη), επιπλοκές μετεγχειρητικών μολύνσεων και μηχανικό τραύμα σε πυελικές δομές, βλάβες οι οποίες ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα τον σχηματισμό μεγαλύτερων συμφύσεων.

Μετά την αρχική διαδικασία διάγνωσης, η συντηρητική διαχείριση εξετάζεται πρωτίστως για δύο ομάδες ασθενών: Τις γυναίκες χωρίς ή με ελάχιστα συμπτώματα και τις περιεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Παρά το γεγονός ότι η ανακούφιση από τα συμπτώματα δεν είναι τόσο σημαντική για τις ασυμπτωματικές ή τις ελάχιστα συμπτωματικές γυναίκες, αυτή η ομάδα ασθενών μπορεί να επωφεληθεί από τη θεραπεία ώστε να καθυστερήσει η πρόοδος της νόσου, δεδομένου ότι οι μελέτες αναφέρουν πως, στις περισσότερες γυναίκες, η ενδομητρίωση είναι προοδευτική νόσος. Ενώ έχει δειχθεί ότι τα χορηγούμενα από το στόμα αντισυλληπτικά οιστρογόνων-προγεστερόνης μειώνουν την επίπτωση της ενδομητρίωσης, υπάρχουν ορισμένες αναφορές που παρουσιάζουν ότι δεν υπάρχει επίδραση ή ότι υπάρχει ελαφρά αύξηση.

Μετά την εμμηνόπαυση, η ανάπτυξη ενδομητριακών εστιών καταστέλλεται ως αποτέλεσμα της αισθητά μειωμένης παραγωγής ωοθηκικών οιστρογόνων. Κατά συνέπεια, οι περιεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με ανεκτά συμπτώματα μπορούν να επιλέξουν την συντηρητική διαχείριση έως την εμμηνόπαυση για την αποφυγή παρενεργειών και κόστους θεραπευτικής αγωγής. Εναλλακτικά, η αναλγησία με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (NSAIDs) ενδέχεται να παράσχει, βραχυπρόθεσμα, αποδεκτά αποτελέσματα. Οι νέες γυναίκες με σοβαρά συμπτώματα γενικά χρειάζονται επιθετικότερη ιατρική ή χειρουργική αντιμετώπιση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ — Παρότι η ενδομητρίωση μπορεί να μειώσει τη γονιμότητα (δηλαδή, τη δυνατότητα σύλληψης κατά τη διάρκεια ενός έμμηνου κύκλου), συνήθως δεν εμποδίζει εντελώς τη σύλληψη. Ο μηχανισμός για τη μειωμένη γονιμότητα ενδέχεται να αφορά ανατομική στρέβλωση από πυελικές συμφύσεις και ενδομητριώματα ή/και παραγωγή ουσιών (πχ προστανοειδή, κυτοκίνες, αυξητικοί παράγοντες) οι οποίοι είναι «εχθρικοί» στη φυσιολογική ωοθηκική λειτουργία/ωορρηξία, γονιμοποίηση, και εμφύτευση.

Η αντιμετώπιση της υπογονιμότητας η οποία συνδέεται με την ενδομητρίωση αφορά συνδυασμό συντηρητικής διαχείρισης, χειρουργικής επέμβασης και τεχνικών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

kellarisSmall

Βασίλης Κελλάρης MD - Phd - MSc
Μαιευτήρας - Γυναικολόγος
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών

Κλείστε online ραντεβού

typos

diadiktyo